Το πουγκί με τα χρώματα
Κάποτε, ο Δημιουργός ήθελε να κάνει ένα δώρο στα παιδιά του, τους ανθρώπους.
Πήγε στον Κήπο της Πλάσης με το πουγκί του κι άρχισε να μαζεύει χρώματα.
Από τα πανέμορφα λουλούδια.
Από τα φθινοπωρινά φύλλα.
Από τις φλόγες της φωτιάς.
Χρώματα του βυθού. Χρώματα της ανατολής.
Το μώβ του σούρουπου.
Το ασημί της Σελήνης.
Το Χρυσό του Ήλιου.
Μάζεψε χρώματα απ΄όλες τις κατευθύνσεις.
Τα χρώματα των Ανέμων και των Επτά Θαλασσών.
Χρώματα από τις χαμογελαστές ψυχές.
Μάζεψε όσα περισσότερα χρώματα μπορούσαν να χωρέσουν στο πουγκί του.
Όλα δηλαδή.
Έγινε σύννεφο και πήγε και ακούμπησε απαλά στην Πύλη του Κήπου.
Όποτε περνούσε κάποιος άνθρωπος, έβγαζε από πουγκί του λίγα χρώματα και τον έλουζε μ΄αυτά.
Toν έλουζε με όλη την ομορφιά τους.
Tον έλουζε με τα χρώματα της Ζωής.
Αόρατος, δεν τον είχε δει κανείς.
Όταν ο ήλιος κόντευε να γείρει, ο Δημιουργός, εξαπλωμένος στα γήινα και στα ουράνια,
στους τρεις κόσμους και στα σύμπαντα, παρατηρούσε τους ανθρώπους.
Αυτοί που είχαν το εσωτερικό φωτάκι τους αναμμένο, είχαν τα πιο ζωηρά, τα πιο λαμπερά χρώματα.
Αυτοί που το φωτάκι τους ήταν θαμπό και θλιμμένο, τα χρωματάκια τους ήταν άτονα, μουντά και κοιμισμένα.
Ευτυχώς που τα λαμπερά χρώματα, όποτε πλησίαζαν τα κοιμισμένα, τα ξύπναγαν.
Και τότε, έλαμπε η Πλάση.
Ευχαριστημένος ο Δημιουργός, άφησε την Ομορφιά να κάνει το έργο της.
